Οι περιπλανήσεις μας στο Ρέμα, μαζί με τα ξαδέλφια μου, ήταν οι πιο συναρπαστικές, γιατί έκρυβαν πολλές χαρές. ΄Ετρεχε το νερό, αλλά ήτα...

ΕΚΕΙ ΣΤΟΝ ΑΜΦΙΛΥΣΟ


Οι περιπλανήσεις μας στο Ρέμα, μαζί με τα ξαδέλφια μου, ήταν οι πιο συναρπαστικές, γιατί έκρυβαν πολλές χαρές. ΄Ετρεχε το νερό, αλλά ήταν βατό το καλοκαίρι. Οι πηγές ψηλά στις βουνοκορφές του Μορτζά και του Κοχύλη, λευτέρωναν το κρυστάλλινο νερό που ξεπηδούσε από τον κόρφο της μάνας γης. Κουβαλούσε κι όλα τα μυστικά της. Μα εμείς δεν τα καταλαβαίναμε. Μόνο μια αγαλλίαση απλωνότανε μέσα μας, σαν το πίναμε με τις χούφτες. Μα εκείνο δεν του άρεσε η «φυλακή», γλιστρούσε από τα παγωμένα δάχτυλα. ΄Εχει μάθει να είναι λεύτερο, τρεχούμενο, να σεργιανάει. ΄Εχει παρακάτω κι άλλες δουλειές να κάμει. Να προφτάσει να τις καλύψει όλες. Να ξεδιψάσει στο πέρασμα ζώα, να ποτίσει περιβόλια, να δροσίσει τους γεωργούς που μάχονται να κάμουν τη γη καρπερή. Κι αφού τελειώσει αυτά να πάει να χυθεί στηνθάλασσα του Πάλου. Και εκείνη πιο μεγάλη και δυνατή, θα το ρουφήξει με μιας, να γίνουν ένα. ΄Ετσι συνεχίζει τον αέναο αρχέγονο κύκλο, εκπληρώνοντας το σκοπό του.
Πλούσια η βλάστηση στις όχθες, πανύψηλες λεύκες, πλατάνια, καρυδιές κι άλλα υδρόφιλα, συντροφεύουν το νερό, που γάργαρο κατηφορίζει. Πέτρες μικρές και μεγάλες, στρογγυλεμένες και πεντακάθαρες, λάμπουν κάτω απ’ τον καυτερό ήλιο στα ξέφωτα. Μοσχοβολάνε η αγράμπελη σκαρφαλωμένη στα βαθύσκιωτα δέντρα και οι λουλουδιασμένες πικροδάφνες με τις λυγαριές. Τα φύλλα, σαν πολύχρωμες βαρκούλες, ταξιδεύουν το δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Το κόασμα απ’ τα βατράχια, το κελάηδημα των πουλιών, το κελάρυσμα του νερού, γαληνεύουν το πνεύμα. Τα καβούρια πολλά, σε κάθε βήμα τρέχουν στις κρυψώνες. Που και που κάποια ψάρια, μα και πολλοί κεφαλάδες.
Το καλοκαίρι κυλάει ήρεμο και καθαρό, καταπρασινίζει και ζωντανεύει τον τόπο, απ’ όπου περάσει. Σε λίγα σημεία μόνο συγκεντρώνεται καθώς πέφτει από ψηλούς βράχους. Εκεί στον Κόγια, σχηματίζονται δυο-τρία βοθάνια, που είναι η χαρά των πιτσιρικάδων για μπάνιο ή, μάλλον τσαλαβούτημα.
Ορεινό το χωριό, στο κέντρο του νησιού. Καημός για τα παιδιά, ν’ αποκαλούνται νησιώτες, μα χωρίς να βλέπουν και να χαίρονται τη θάλασσα. ΄Ετσι ο Κόγιας τα τραβούσε σαν μαγνήτης. Συγκέντρωνε το ενδιαφέρον για παιχνίδι, εξερεύνηση, αλλά και μάθηση. Μπροστά οι νόμοι της φύσης προκλητικοί. Με την παρατηρητικότητα που διακρίνει τους μικρούς, την περιέργεια, το παιχνίδι, τη χαρά, μαθαίνουν τα βότανα και τους οργανισμούς που συνυπάρχουν αρμονικά. Με ποιο τρόπο καμουφλάρονται, πως πολλαπλασιάζονται και τέλος πεθαίνουν, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της ζωής τους.
Παγωμένα τα βοθάνια, δεν αποτολμούσα να κολυμπήσω. Τ’ αγόρια όμως το διασκέδαζαν για καλά. ΄Εσκαζαν με τον κώλο, βουτώντας απ’ τα βράχια. Οι φωνές και τα παιχνίδια αντηχούσαν σ’ όλη τη ρεματιά. Ολόγυμνα ήτανε. Τα κοντά παντελονάκια τα κρεμούσαν στα κλαδιά. Μόλις όμως μυρίζονταν πως πλησιάζει παρέα με κορίτσια, σκορπούσαν σαν αστραπή, με τα χέρια μπροστά, να κρυφτούν. Στη βιασύνη τους, κάποια ξεχνούσαν να κουμπώσουν τα παντελόνια. Κοκκινίζαμε τα κορίτσια και κρυφογελούσαμε.
Ο πιο μεγάλος της παρέας με μεγάλη επιτυχία ξετρύπωνε τα καβούρια. Είχε αναπτύξει σπουδαία τεχνική κι εντόπιζε εύκολα τις φωλιές. Μ’ ένα νεύμα του κοκαλώναμε. Ακίνητοι, αμίλητοι, μην κάνουμε χαλάστρα στον αιφνιδιασμό. Και κείνος έμπειρος, αετονύχης κι αποφασιστικός, έπαιρνε ένα κλαδί φλισκούνι και το ‘βαζε στην άκρη των θαλαμιών. Τα καβούρια από τη μυρωδιά έβγαιναν σιγά-σιγά και τότε τα ‘πιανε με ευκολία και σβελτοσύνη, κλείνοντας τις δαγκάνες μεσ’ τη χούφτα.
Για τα ψάρια είχε άλλη τεχνική. Με τα χέρια ενωμένα, τα καθοδηγούσε σε αβαθή σημεία και τα στρίμωχνε στις πέτρες. Εκεί πια σπαρταρώντας ήταν εύκολο να πιαστούν. Τα ξεφωνητά χαράς, όταν το τρόπαιο υψώνοντας στον αέρα, ήταν η αμοιβή. Ανέβαινε πολύ στην εκτίμηση των υπολοίπων για τις επιτυχίες του. Γυρίζαμε σπίτι ενθουσιασμένοι και κρατούσε με καμάρι τον κουβά με την ψαριά. Δε θυμάμαι όμως ποτέ να τα ‘χω φάει. Ο σκοπός ήταν το παιχνίδι, ο θρίαμβος της τεχνικής, η περιπέτεια και η καλή παρέα. Τίποτα άλλο.
Το Ρέμα εκτός από πηγή ζωής, εξυπηρετούσε και μια άλλη βασική ανάγκη, το πλύσιμο των ρούχων. Πρόλαβα λίγες χρονιές την άγνωστη διαδικασία. Η θεία μου, μαζί με τη μητέρα μου, έβαζαν σε κοφίνια μεγάλα τ’ άπλυτα ρούχα. Τα φορτώνανε πάνω σε δύο γαϊδουράκια, δένανε το χαρανί απ’ το σαμάρι και όλοι μαζί με τα ξαδέρφια, κατηφορίζαμε στο Ρέμα.
Εκεί ξεκινούσε η κουραστική, μα τόσο απαραίτητη μπουγάδα. Τα παιδιά πρόθυμα μαζεύαμε πέτρες μεγάλες και φράζαμε τη ροή του νερού στο πιο κατάλληλο σημείο. Τριγύρω καθισμένες ανακούρκουδα οι μανάδες μας σαπούνιζαν ένα-δυο φορές τα ρούχα. Το σαπούνι, άσπρη μεγάλη πλάκα, δεν έφτανε το χέρι μου να το χειριστεί. Το ‘χε φτιάξει η γιαγιά από χρησιμοποιημένα λάδια που φύλαγε. Τίποτα δεν πετούσαν οι νοικοκυρές. Απορρυπαντικά δεν κυκλοφορούσαν τότε. Μα δεν τα χρειάζονταν κιόλας. Καλύπτανε οι ίδιες τις περισσότερες ανάγκες. Εδώ η ανακύκλωση είχε εφαρμογή σε μεγάλο βαθμό από ανάγκη μα κι από σεβασμό στη φύση, μια και ήταν απόλυτα δεμένοι μαζί της.
Στο μεταξύ εμείς μαζεύαμε ξερά ξύλα απ’ τη ρεματιά, κυνηγώντας συγχρόνως τζιτζιρομάνες για να συνδυάσουμε τη δουλειά με το παιχνίδι. Ανάβαμε φωτιά κάτω από την πυροστιά και υπήρχε πάντα ζεστό νερό στο χαρανί. Μετά το πρώτο πλύσιμο στοίβαζαν τα ρούχα στα κοφίνια, πρόχειρα διπλωμένα. Από πάνω τα σκέπαζαν με τη σταχτερή (ύφασμα ειδικό) που χρησίμευε σαν φίλτρο. Βούλιαζαν με τη γροθιά το κέντρο των ρούχων κι έβαζαν μέσα φύλλα δάφνης και στάχτη. Με κανάτι έριχναν βραστό νερό και μούσκευαν καλά τα ρούχα. Η στάχτη τ’ άσπριζε κι έκανε φωτεινά τα χρωματιστά. Τώρα θέλανε ένα χέρι ακόμα τρίψιμο και καθάριζαν τέλεια. Στο ξέβγαλμα, βγάζαμε τις πέτρες και το τρεχούμενο καθαρό νερό έκανε τη δουλειά του.
Η κούραση ήταν χαραγμένη στην όψη όλων στο τέλος της μέρας. Παρ’ όλα αυτά δεν έλειπαν απ’ την παρέα τ’ αστεία, γέλια, μα και τραγούδια. Αντιβούιζε η ρεματιά από το χαρούμενο «μελίσσι» που δούλευε με κέφι.
Στη συνέχεια το στέγνωμα πάνω σε ηλιόλουστους θάμνους ήταν πάλι δική μας φροντίδα. Σε σκοινί, από κλαδί σε κλαδί, απλώναμε μόνο τα μεγάλα κομμάτια, σεντόνια και πετσέτες. Η χαρά απερίγραπτη για τη συμμετοχή και την ουσιαστική βοήθεια που πιστεύαμε πως προσφέρουμε.
Η δάφνη και ο καλοκαιρινός ήλιος έδιναν υπέροχη μυρωδιά στα ρούχα και στο σιδέρωμα μοσχοβολούσαν. Το σίδερο είχε κάρβουνα στο εσωτερικό του, το κουνούσαν πέρα-δώθε, άναβαν και ζέσταιναν την κάτω πλάκα. ΄Ηταν όμως πολύ βαρύ και συνέχεια ήθελε καινούρια κάρβουνα, με αποτέλεσμα να είναι κοπιαστική εργασία και χρονοβόρα.
Μέχρι να στεγνώσει η μπουγάδα, το ρίχναμε στο φαγοπότι από τις προμήθειες που είχαμε μαζί μας. Ντομάτα φρεσκοκομμένη από τους κήπους, κατακόκκινη, ζουμερή και ζαχαρένια, ελιές χαμάδες και καρβέλι ζυμωμένο από τη θεία. Υπήρχε και τυρί τουλουμίσιο, αλλά μου μύριζε και δεν το ‘τρωγα. Προτιμούσα τα κατσνάρια και τα φρέσκα βραστά αυγά. Καθόμασταν σε βραχάκια, κάτω απ’ τα πλατάνια στη πλούσια σκιά και το νερό τραγουδιστά κυλούσε αργά.
Μετά ακολουθούσαν τα φρούτα. Σύκα, σταφύλια μοσχάτα και κολοκυθάτα, που είχαμε βυθίσει στην πηγή για να ‘ναι δροσερά. Τα μοσχάτα έμοιαζαν ασημένια μες στο κρύο νερό. Η γεύση τους άλλο πράγμα. Γέμιζαν το στόμα με γλυκό χυμό τόσο πολύ, που λίγο μου ‘καιγαν το λαιμό.
Η μπουγάδα γινότανε πάντα μακριά απ’ τις πηγές, χωρίς να ταράζονται οι ισορροπίες στη φύση. Η Κρύα Βρύση στον Αμφίλυσο, μαζί με την Κουβέλα και την Κάτω Βρύση, ήταν οι πηγές πόσιμου νερού στο χωριό. Τα κοριτσόπουλα με τις στάμνες ανεβοκατέβαιναν μια-δυο φορές τη μέρα. Τις τοποθετούσαν μέσα στο σπίτι, σε μέρος σκιερό, τυλιγμένες με βρεγμένη πετσέτα.
Δεν ήταν πάντα από την ανάγκη του φρέσκου νερού, που μας έπιανε η προθυμία του κουβαλήματος. ΄Ηταν δικαιολογία για μια βόλτα παραπάνω. Πόσες φορές αδειάζαμε τη στάμνα και μετά από λίγο ζητούσαμε πολύ διψασμένες να πιούμε νερό! ΄Επρεπε τότε να πάμε στην πηγή. Αυτό που θέλαμε. Κρατούσαμε τη στάμνα απ’ τα χερούλια και κατηφορίζαμε με γέλια και χαρές για το ξεγέλασμα που τους κάναμε. Λίγες φορές «παντρεύαμε» και μια πάνω στο τσαλίμι. Το κέρδος όλο ήταν να διασταυρωθούμε μ’ άλλες παρέες αγοριών και να καλαμπουρίσουμε, με ματιές και πειράγματα. Λίγοι θαρραλέοι, κατέβαιναν και στην πηγή. Εκεί, σκέτο νυφοπάζαρο μετατρέπαμε το χώρο, μ’ αστεία, ιστορίες και κάποτε δειλά υπονοούμενα. Αναστεναγμοί και «..Πύργε με τα κρύα νερά και με τις κοπελιές σου..» ξέφευγε απ’ το στόμα κάποιου και τα μάτια αναλάμβαναν να μεταφέρουν μηνύματα και σκιρτήματα. Μα δεν είχαμε και πολύ χρόνο. Στα γρήγορα όλα γίνονταν…στα κλεφτά. Και γι’ αυτό ακόμα, έμοιαζαν πιο γοητευτικά
Ένα στενό χωματένιο κατηφορικό μονοπάτι, εκεί που άρχιζε το γεφύρι, οδηγούσε στη ρεματιά και στην πηγή της Κρύας Βρύσης. Πίναμε το κρυστάλλινο νερό και μας ανακούφιζε από τη ζέστη του καλοκαιριού, που στέγνωνε το λαιμό κι ίδρωνε το σώμα. Πλέναμε το πρόσωπο και η φλόγα της πρώιμης νιότης στα μάγουλα έσβηνε για λίγο. Της καρδιάς όμως, δεν είχε γιατρειά.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Λιλής Κωνσταντινίδου
Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα ταξίδι στο νησί της Σάμου, από όπου κατάγεται η συγγραφέας. Το βιβλίο δε διαθέτει εξωπραγματική φαντασία, δε στοχεύει να πλέξει μύθο. Αποτυπώνει αλήθειες και μόνο. Οι ιστορίες απλές και καθημερινές, χωρίς μυστήριο, πάθος και τέλος απρόσμενο. Αυτό που ζητά η συγγραφέας από τον αναγνώστη είναι ν' αφήσει ελεύθερες τις ευαισθησίες του, να γυρίσει πίσω στα παιδικά του χρόνια, να ξεπηδήσουν οι νοσταλγίες, να βγουν γνήσια κι ανεπιτήδευτα αισθήματα, που οι καιροί τα πλάκωσαν και πάνε να χαθούνε. (περιγραφή από το IANOS.GR)


αυτα τα ειδατε;

1 σχόλιο:

  1. εξαιρετικό το κείμενο!
    τέτοιες εφηβείες πια, παντοτινά περασμένες, ε;

    σε φιλώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Για λέγε...

Related Posts with Thumbnails