
Ήταν ένας στενός, μακρύς χωματόδρομος, στο βάθος μια χαρακιά θάλασσα.

Τα σπίτια χτισμένα κι απ τις δυο μεριές, μονόροφα, σαραβαλιασμένα, απ τα χρόνια του Τούρκικου, χωρίς αυλές κι ούτε ένα δένδρο να σπάζει τους όγκους. μονάχα μακρυά - μακρυά πάνω απ τις στέγες γράφουνταν οι καμινάδες των ταμπάκικων, πέτρινες, αψηλές, σαν κορμοί καψαλισμένων φοινικόδενδρων, μαύρες.
Η πολιτεία απλωνόταν νοτινά, εκεί ήταν λιγάκι κάμπος και γύρω λόφοι πράσινοι, ήμεροι.
οι φιγούρες των εργατών σάλευαν στ αυγινό θάμπος, ο δρόμος γέμιζε κίνηση, ήταν ένας γλυκός ανθρώπινος θόρυβος. Οι σειρήνες των ταμπάκικων σφύριζαν με κείνο τ αλαργινό
παράπονο, έλεγες πως είναι το πλοίο που φεύγει.
......................................................
Μόλις άρχισαν οι βροχές και χειμώνιασε ήρθαν οι εταιρείες. Στον λασπόδρομο αγκομαχούσαν τ αυτοκίνητα με τους καπνεμπόρους, τη νύχτα οι προβολείς λούζανε τα χαμόσπιτα, τα σκυλιά λύσσαγαν.
Οι γυναίκες παρακολουθούσαν αμίλητες, από πίσω σάλευε το παιδομάνι, οι έμποροι με το καπέλο στο χέρι χαμογελούσαν.
Τις πρώτες μέρες, όπως πάντα, οι χωριάτες κάνανε κέφι, κάμποσοι μέθαγαν ασυλλόγιστα και πετάγανε γλώσσα. γρήγορα ένας πυρετός άπλωνε κι αγκάλιαζε τις ψυχές, αγωνία, καυγάδες, τρεχάλες, παζάρια.
Τα βράδυα γέμιζαν τα καφενεία, κανένας όμως δεν έδειχνε διάθεση για καπίκια και χαζομάρες.
Έβλεπες πίσω απ τις σκαμένες φάτσες να βόσκει η συλλογή ανομολόγητη, ύπουλη. Οι άνθρωποι νόμιζες πως περιμένουν σφαγή.
Έπειτα οι μέρες κύλησαν, ο χειμώνας έπνιγε με τις βροχές του το βουνό, ο Κέρκης έχανε το σχήμα του τυλιγμένος στο πούσι.
Οι έμποροι κάνανε δεύτερη, τρίτη εμφάνιση, φεύγανε σφιγμένοι και σιωπιλοί, ο κόσμος πάλευε με τις έγνοιες, βούλιαζε, η αντοχή του άσπαζεν αγάλια - αγάλια.
Κάποιος έβριζε, ούτε ήξερε ποιον, μερικοί στοιχημάτιζαν στις πλατείες πως εκεί καταμεσής του χωριού θα κάψουν τα καπνά παρά να τα δώσουν χαράμι.
Οι γέροι άκουγαν, κούναγαν πικραμένα το κεφάλι.

Αποσπάσματα από το βιβλίο "ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΔΡΟΜΟΥ"- συλλογή διηγημάτων - του Αλέξη Σεβαστάκη. Το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου, δώρο από το γιο του συγγραφέα και παλιό μου φίλο Νικόλα, πριν 25 χρόνια περίπου και θα πρέπει να το έχω διαβάσει άλλες τόσες φορές.
Έχει τυπωθεί το 1962, τη χρονιά που γεννήθηκα. Κάθε φορά που θέλω να μυρίσω τον αέρα μιας εποχής που δεν έζησα στο νησί μου, αλλά έχει φτάσει σε μένα μέσα από διηγήσεις, μνήμες και εικόνες, ανατρέχω στις σελίδες του και ταξιδεύω...





